Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

KOMMENTAR VON VOLKER ZASTROW IN DER FRANKFURTER ALLGEMEINEN ZEITUNG.

Die Kantische Definition der Aufklärung und ihre gegenwärtige Realisierung.Realisierung.
Die Überwindung der Unmündigkeit erfordert einen angemessenen Umgang mit dem Faktor Verantwortung.


ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ VOLKER ZASTROW ΣΤΗ FRANKFURTER ALLGEMEINE ZEITUNG.


Ο καντιανός ορισμός του Διαφωτισμού και η υλοποίησή του στο παρόν.
Το ξεπέρασμα της ανωριμότητας απαιτεί την προσήκουσα στάση απέναντι στον παράγοντα της ευθύνης.


http://click.nl.faz.net/?qs=14edb8f8320f55f0b98f1377ccd6ebb2e88f872545a6eca34f2ff5ab05b740e7

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ, Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΑ ΤΕΙΧΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Τα τελευταία χρόνια έχει ξεσπάσει μια διαμάχη σχετικά με τη διασφάλιση των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρύτερου Χώρου Ισχύος της Συνθήκης του Σένγκεν. Τούτο οφείλεται στην ύπαρξη τεράστιων μαζών προσφύγων, οι οποίοι συγκεντρώνονται στα γεωγραφικά άκρα της Ευρώπης και αναζητούν οδούς πρόσβασης στο επίκεντρο της ευημερούσας ηπείρου. Το ιδιαίτερο πρόβλημα της Ευρώπης είναι από την άλλη μονάχα ένα μέρος ενός οικουμενικού φαινομένου, αφού σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες (U.N.H.C.R.) στις μέρες μας οι άνθρωποι που ανά τον κόσμο περιπλανώνται εκπατρισμένοι και ξεριζωμένοι ανέρχονται περίπου στα 60 εκατομμύρια, κυρίως εξ αιτίας πολέμων και περιβαλλοντικών καταστροφών.
 Για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 έχουν ήδη υπογράψει και θέσει σε εφαρμογή την περίφημη συμφωνία «Δουβλίνο 2». Τούτη προβλέπει ότι κάθε άνθρωπος που με αφετηρία χώρες εκτός Ευρώπης εισέρχεται σε χώρες της Ε.Ε. και επιδιώκει να παραμείνει μακροπρόθεσμα σ’ αυτές αιτούμενος άσυλο, πρέπει να κάνει την αντίστοιχη αίτηση, η οποία αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά του με βάση το ισχύον διεθνές δίκαιο, στη χώρα στην οποία για πρώτη φορά πάτησε σε ευρωπαϊκό έδαφος. Τούτη η συμφωνία συνεπαγόταν εξ αρχής ότι χώρες όπως η Γερμανία, οι οποίες δεν βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε., θα έμεναν σχεδόν ανέπαφες από ανθρώπους που ζητούσαν άσυλο και υπέφεραν από φτώχεια και διωγμούς.
Τούτη η κατάσταση δεν υπήρξε βέβαια πάντα αρμονική και άμοιρη προστριβών. Από καιρού εις καιρόν αναζητούσαν οδούς πρόσβασης στην Ευρώπη μεγάλα πλήθη δυνητικών προσφύγων, οικονομικών προσφύγων και μεταναστών, νόμιμων ή παράνομων κ.ο.κ. και προκαλούσαν σημαντικές διαταραχές της ομαλότητας. Και τούτο διότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν κατά κανόνα ως τελικό προορισμό όχι τις χώρες που βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης, αλλά τις ευημερούσες χώρες της ηπείρου – κατά κύριο λόγο χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, χώρες που ως επί το πλείστον είχαν προϊστορία ως χώρες υποδοχής μεταναστών, έστω κι αν σε παρόντα χρόνο δεν έδειχναν πάντα έτοιμες να αποδεχθούν την ανάγκη διαμόρφωσης και θεσμοποίησης μιας αρμόζουσας και διορατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι χώρες που βρίσκονται στα σύνορα της Ευρώπης, αντίθετα, σε περιόδους κρίσης δεν ήσαν πάντα σε θέση να μεταχειριστούν μεγάλες μάζες ανθρώπων με βάση τους κανόνες του δικαίου και τις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Έτσι φτάναμε κατ’ επανάληψη στη λεγόμενη πολιτική της ελεύθερης διέλευσης, καθώς οι περιφερειακές χώρες της Ευρώπης έκαναν τα στραβά μάτια και άφηναν πολλούς ταξιδιώτες να συνεχίζουν το ταξίδι τους για τις χώρες της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Μπορεί τέτοια φαινόμενα να γίνονταν συχνά αντικείμενο κριτικής από την άποψη της διαφύλαξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (κάτι που συνέβη φερ’ ειπείν με αφορμή το μεγάλο θαλάσσιο δυστύχημα κοντά στις ακτές της Λαμπεντούζα στις 3.10.2013) ή από την άλλη να προκαλούσαν στοχευμένες αντιδράσεις, καθώς αναδύονταν συγκεκριμένα ξενοφοβικά κινήματα και έβρισκαν μεγάλη απήχηση ακροδεξιές, ακόμη και νεοφασιστικές τάσεις. Επί της ουσίας, όμως, οι ισχυρές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανέχονταν σιωπηλά την επί πολλά χρόνια διαμορφωμένη πολιτική διαχείρισης μεταναστών και προσφύγων και επιχειρούσαν να εντάξουν τα σχετικά προβλήματα στην καθημερινή ομαλότητα (business as usual).
Όλα τούτα άρχισαν να ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο το τελευταίο καλοκαίρι. Η εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, ο οποίος εν τω μεταξύ κινδυνεύει να επεκταθεί στην ευρύτερη περιοχή, προκάλεσε νέα κύματα προσφύγων που κατά τα φαινόμενα δεν μπορούσαν εύκολα να ελεγχθούν. Οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης αντέδρασαν με νευρικότητα και έδειχναν να προκρίνουν μια πολιτική απομονωτισμού. Εκείνες ακριβώς οι κυβερνήσεις οι οποίες κατά την εξέλιξη της ελληνικής οικονομικής κρίσης είχαν αντιδράσει αποφασιστικά σε κάθε πρωτοβουλία για μιαν αλληλέγγυα και βιώσιμη Ευρώπη, κινήθηκαν εκ νέου προς την κατεύθυνση της επιβολής των ιδιαίτερων μικροσυμφερόντων τους. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας είχε αρχικά εκμεταλλευτεί και ευνοήσει τούτη τη διαδεδομένη πολιτική νοοτροπία, που ενδημεί κυρίως στις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου να θραύσει την ελληνική αντίσταση κατά της  αντικοινωνικής πολιτικής των δημοσιονομικών περικοπών, όπως αυτές είχαν επιβληθεί απανταχού της Ευρώπης. Τους τελευταίους μήνες, όμως, είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει τις λογικές συνέπειες αυτής της τακτικής, η οποία πλέον εκτρέπεται σε ανοιχτή και απροκάλυπτη αντίθεση προς την ίδια την επίσημη πολιτική της. Ήδη στις 17 Ιουνίου, σε μια μέρα δηλαδή που υπενθυμίζει την καταπίεση και την αντίσταση στην πρώην Ανατολική Γερμανία (το 1953) και ως εκ τούτου έχει μεγάλη συμβολική αξία για την ενοποίηση της Γερμανίας και της Ευρώπης, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτωρ Όρμπαν εξήγγειλε την κατασκευή ενός νέου αγκαθωτού συρματοπλέγματος στα σύνορα της χώρας του με τη Σερβία, προκειμένου να κρατήσει μακριά τους πρόσφυγες που κατέφθαναν. Ειρωνεία της ιστορίας: τούτη η πρωτοβουλία, η οποία απολήγει στην κατασκευή νέων διαχωριστικών γραμμών εντός της Ευρώπης, προήλθε από τη χώρα που πριν από ένα τέταρτο του αιώνα συνέβαλε αποφασιστικά στην κατεδάφιση του διαβόητου Σιδηρού Παραπετάσματος.
Τούτη η γραμμή δεν άργησε να βρει πολυάριθμους πρόθυμους μιμητές μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Μέχρι σήμερα όλες οι χώρες που βρίσκονται επί της λεγόμενης Οδού των Δυτικών Βαλκανίων  έχουν αποφασίσει να σφραγίσουν πλήρως τα προς Νότο σύνορά τους. Τούτα τα μέτρα συνοδεύονται από φαινόμενα όπως, από τη μια, η συνεχής και σχεδόν πανευρωπαϊκή άνοδος ακροδεξιών ρευμάτων, τα οποία σε μερικές χώρες μάλιστα έχουν σοβαρές προοπτικές να καταλάβουν κυβερνητικές θέσεις. Βίαιες επιθέσεις κατά των ξένων, από την άλλη, βρίσκονται σχεδόν χωρίς εξαίρεση στην ημερήσια διάταξη και στο μεταξύ εξακολουθούν και άλλοι πρόσφυγες και μετανάστες να παίρνουν τον δρόμο για την Ευρώπη. Στη Γερμανία, τη χώρα που οι πρόσφυγες ως επί το πλείστον βλέπουν σαν «Γη της Επαγγελίας», προσπαθούν πολλοί πολιτικοί να περιορίσουν τα ποσοστά των ακροδεξιών σχηματισμών ενσωματώνοντας, έστω και κατά τους τύπους, στοιχεία από τις ιδέες των τελευταίων στα δικά τους πολιτικά προγράμματα. Η περίφημη ρήση της Γερμανίδας καγκελαρίου «θα τα καταφέρουμε», η οποία αρχικά είχε ένα θετικό περιεχόμενο σχετικά με την υποδοχή και την ενσωμάτωση των προσφύγων, επανερμηνεύεται εσχάτως περίπου ως εξής: «θα τα καταφέρουμε να περιορίσουμε τον αριθμό των προσφύγων». Η Ελλάδα, όπως αναμενόταν, δέχεται ιδιαίτερα μεγάλες πιέσεις από τη μαζική προσέλευση των προσφύγων και για πολλοστή φορά δέχεται την αυστηρή κριτική των Ευρωπαίων εταίρων της, αυτή τη φορά λόγω των (πραγματικών ή υποτιθέμενων) παραλείψεών της στη διασφάλιση των συνόρων και τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Η χώρα κινδυνεύει να συνθλιβεί εξ αιτίας της στρατηγικής της θέσης μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Όσο κι αν είναι ενδεχομένως δικαιολογημένη η κριτική που μπορεί να ασκήσει κανείς εκ του ασφαλούς στην ελληνική πολιτική στο θέμα των προσφύγων, δεν πρέπει ποτέ και με τίποτα να λησμονούμε ότι ένα πρόβλημα με παγκόσμιες διαστάσεις και ριζωμένο στις δομές της παγκόσμιας κατάστασης πραγμάτων δεν μπορεί κανείς να το ξεφορτωθεί έτσι απλά με μια μυωπική και στενοκέφαλη πολιτική απομονωτισμού, ιδίως όταν επιδιώκει να επιβάλει αυτήν την πολιτική στους άλλους εταίρους χωρίς να λογαριάζει καθόλου τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Ευρώπης.
Η Γερμανίδα καγκελάριος εξακολουθεί να αγωνίζεται για μιαν ευρωπαϊκή λύση στην τρέχουσα προσφυγική κρίση. Μια τέτοια λύση είναι υπό τις παρούσες συνθήκες άκρως απαραίτητη. Και τούτο διότι διακυβεύονται θεμελιώδη ζητήματα. Το φιλόδοξο και ιστορικά μοναδικό σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης κινδυνεύει να καταρρεύσει εξ αιτίας της εγκατάλειψης των ίδιων των ευρωπαϊκών αξιών. Τα νέα τείχη είναι ήδη πραγματικότητα και ενσαρκώνουν μια μεγαλοπρεπή αποτυχία, τόσο σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής, όσο και σε επίπεδο συμβολισμών. Δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα μπορούσε να αποτραπεί η όλη αρνητική εξέλιξη. Ακόμη και το τελευταίο δευτερόλεπτο, όμως, θα πρέπει όλοι να αναλογιστούν ότι εάν πρέπει να οικοδομηθεί μια «Ευρώπη-φρούριο», τούτο μπορεί να γίνει μόνο με την έννοια ότι η κοινότητα των ευρωπαϊκών λαών πράττοντας συναινετικά και αποτελεσματικά θα διασφαλίσει την τήρηση των οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και των αρχών του διεθνούς δικαίου, κατορθώνοντας δι’ αυτής της οδού να κερδίσει αξιοπιστία και σεβασμό ενώπιον της ανθρωπότητας.


Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΚΑΙ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΝΤΥΣΣΕΛΝΤΟΡΦ
ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015

H απαλλαγή της χώρας μας από την απριλιανή δι­κτατορία αποτελεί τον καρπό μιας επτάχρονης αγωνιστικής διαδικασίας, μιας διαδικασίας που άρχισε από την πρώτη μέ­ρα της δικτατορίας, όταν ακούστηκε από τα ραδιό­φωνα εκείνος ο χείμαρρος της χυδαιότητας και της ανοησίας των κινηματιών, οι οποίοι έλεγαν ότι ο ελληνικός λαός δεν ήταν άξιος ν’ αποφασίζει για τις τύχες της χώρας και ότι γι’ αυτόν τον λόγο έπρεπε να «μπει στον γύψο», αφήνοντας να τον κυβερνούν οι συνταγματάρχες ως «κηδεμόνες»! Ένα αίσθημα έσχατης τα­πείνωσης που γεννούσε οργή κυριάρχησε στις ψυχές των δημοκρατικά ευαίσθητων πολιτών και αποτέλεσε την πρώτη, αυθόρμητη αφετηρία, αλλά στη συνέχεια και τη σταθερή βάση της συμμετοχής στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Ο αγώνας αυτός πέρασε από πολλές φάσεις, οι ο­ποίες σαν κρίκοι μιας αλληλουχίας γεγονότων, α­ναπόσπαστα συνδεομένων μεταξύ τους, συνθέτουν μιαν ιστορική αγωνιστική πορεία. Η πορεία αυτή δεν αναπτύχθηκε συμπτωματικά και τυχαία. Είχε βαθιά ιστορική ρίζα, που συνδεό­ταν με τον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης στα χρό­νια της γερμανικής κατοχής και πιο πρόσφατα με τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις εναντίον του μετεμφυλιακού αστυνομικού κράτους. Αποτε­λούσε δηλαδή έκφραση της αγωνιστικής δημο­κρατικής παιδείας του λαού μας. Συγκεκριμένα, του αγωνιστικού πνεύματος που, στην πιο σύγχρονη μορφή του, διαμορφώθηκε: Πρώτον, με τον αγώνα του «114», δηλαδή με την άσκηση του δικαιώματος του λαού να αγωνίζεται για την προστασία των δη­μοκρατικών θεσμών σύμφωνα με το άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952. Και δεύτερον, στη συνέχεια με τον «ανένδοτο αγώνα» εναντίον του κράτους της ανισοπολιτείας και της καταπίεσης, το οποίο περιλάμβανε περιφρόνηση των δημοκρατικών θεσμών, όπως επίσης φασιστικά αστυνομικά μέτρα και σκληρές δικαστικές και κοινωνικές διώξεις (δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τα περίφημα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων»).
Τότε μέσα στην ένταση και την έξαρση αυτών των αγώνων αναπτύχθηκε ένα πνεύμα ακατάβλη­της αγωνιστικής αποφασιστικότητας και ταυτόχρο­να διαμορφώθηκαν και τα οργανωτικά κοινωνικά σχήματα για τη μεθοδευμένη δραστηριοποίηση του λαϊκού κινήματος. Πάνω στο πολύτιμο αυτό αγωνιστικό υπόβαθρο άρχισε να διαμορφώνεται βαθμιαία μετά την επιβολή της δικτατορίας η νέα μορφή δραστηριοποίη­σης του λαϊκού κινήματος και οι κατάλληλοι τρό­ποι πάλης εναντίον της δικτατορίας αυτής.
Πολύτιμες μορφές αυτής της πάλης υπήρξαν η α­νένδοτη στάση, απέναντι στη δικτατορία, της πλειονότητας του σοβαρού πολιτικού και δημοσιογρα­φικού κόσμου όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων, επίσης θαρραλέων καλλιτεχνών, πανεπιστημιακών και γενικότερα διανοουμένων, καθώς και καταξιω­μένων λαϊκών αγωνιστών.
Κορυφαίες εξάρσεις του αγώνα εναντίον της δικτατορίας αποτέλεσαν ακόμη η συγκρότηση αντισταστακών οργανώσεων και η δράση τους, με εξέ­χουσα αυτήν του Αλέκου Παναγούλη και των συντρόφων του, οι αντιδικτατορικές κινητοποιήσεις των Ελλή­νων στο εξωτερικό και η στάση των αντιστασιακών όταν δικάζονταν σε έκτακτα στρα­τοδικεία των αντισταστακών, οι οποίοι έκαναν θαρ­ραλέες καταγγελίες των βασανιστηρίων που υπέστησαν. Οι καταγγελίες αυτές, άλλωστε, αποτέλεσαν το κύριο στοιχείο που οδήγησε στην αποβολή του χουντικού καθεστώτος από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Με όλες αυτές τις εκδηλώσεις, που απαιτούσαν ήθος, θάρρος και την ανάληψη οδυνηρών συνε­πειών, γινόταν ολοφάνερο και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι ο ελληνικός λαός, με όλες τις κοινωνικές του δυνάμεις, αντιτίθεται αποφασιστικά στη δικτατορία.
Με την πάροδο του χρόνου και κυρίως από το 1971 ο αγώνας εναντίον της δικτατορίας αρχίζει να επεκτείνεται στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο και να διεξάγεται και με τρόπους που είχαν ένα ορισμένο υπόβαθρο νομιμότητας. Μετά από κάποιες σχετικές, έστω και σποραδικές, κινήσεις σε εργασιακούς χώρους, η πρωτοβουλία των κινήσεων πέρασε, όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία, στο φοιτητικό κίνημα.
Οι φοιτητές προέβαλαν το αίτημα να διε­νεργηθούν εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους. Η δικτατορία βέβαια αρνήθηκε και η άρνησή της αυτή οδήγησε στον πρώτο ανοικτό λαϊκό ξεσηκω­μό. Συγκεκριμένα, τον Φεβρουάριο του 1973 τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές καταλαμβάνουν το κτί­ριο της Νομικής Σχολής στην Αθήνα. Η φοιτητική αυτή εξέγερση βρίσκει τη συμπαράσταση του πολιτικού κόσμου, των διανοουμένων, των εργαζομένων και γενικά ευρύτατων κύκλων του ελληνικού λαού.
Την πραγματικότητα αυτή δεν μπορούσε, βέβαια, να ανεχθεί το δικτατορικό καθεστώς και προέ­βη σε βίαιη και αιματηρή ανακατάληψη της Νομι­κής Σχολής. Με τις εξελίξεις αυτές συγκλονίζεται η διεθνής κοινή γνώμη και έντονο κύμα αγανάκτησης και συμπαράστασης διατρέχει ολόκληρη τη χώρα. Έτσι η πρώτη αυτή φοιτητική εξέγερση έδωσε το αδιά­ψευστο μήνυμα της απόφασης του ελληνικού λαού ν’ αγωνιστεί για να κερδίσει την ελευθερία του.
Το μήνυμα αυτό κινητοποίησε τις δημοκρα­τικά ευαίσθητες δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού, οι οποίες οργάνωσαν τον Μάιο του ’73 κίνημα για την ανατροπή της δι­κτατορίας. Στο πλαίσιο του κινήματος αυ­τού το αντιτορπιλικό «Βέλος» αποχώρησε από ΝΑΤΟϊκή άσκηση στην περιοχή της Σαρδηνίας με τη δήλωση του κυβερνήτη του Νίκου Παππά ότι αυτός και όλο το πλήρωμα «θα αγωνιστούν δια την Δημοκρατίαν».
Το κίνημα αυτό του Πολεμικού Ναυτικού προδό­θηκε και κατεστάλη από τη δικτατορία. Είχε όμως ένα σημαντικό αποτέλεσμα. Έκανε φανερό ότι το καθεστώς κλονίζεται στη βάοη του: στις Ενοπλες Δυνάμεις. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποφασιστεί και να επιχειρηθεί από τη χουντική ηγεσία και τους προστάτες της στην αμερικανική πολιτική μια πλαστή «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος, που στην πραγματικότητα, ήταν παγίδα που στήθηκε με στόχο τη θεσμική νομιμοποίηση και την εδραίωση της δι­κτατορίας.
Για την υλοποίηση της απόφασης αυτής εκδόθη­κε την 1η Ιουνίου 1973 συντακτική πράξη για την εγκαθίδρυση πολιτεύματος μιας δήθεν «Προεδρι­κής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» και για την ανάθεση της προεδρίας του στο δικτάτορα Γ. Πα­παδόπουλο. Η συντακτική αυτή πράξη κυρώθηκε μάλιστα και με ένα «δημοψήφισμα προκατασκευα­σμένου αποτελέσματος» που διενεργήθηκε στις 29 Ιουλίου του ’73.
Στο πλαίσιο του πολιτεύματος αυτού δόθηκε την 1η Οκτωβρίου του ’73 από τον «πρόεδρο» Παπαδό­πουλο στον Σπύρο Μαρκεζίνη η εντολή για τον σχημα­τισμό κυβέρνησης, η οποία ορκίστηκε στις 8 Οκτω­βρίου. Η κυβέρνηση αυτή ήταν προϊόν της απόφασης για την πλαστή «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος και σχηματίστηκε ακριβώς για να χρησιμεύει ως όργανο υλοποίησής της. Για να εκπληρωθεί, όμως, αυτή η αποοτολή και για να λειτουργήσει η όλη παραπλανητική επιχείρηση έ­πρεπε να δοθούν και μερικά ψίχουλα ελευθερίας στον λαό. Έτσι καταργήθηκε ο Στρατιωτικός Νόμος. Από τη στιγμή αυτή, όμως, η λαϊκή έκρηξη ήταν βέβαιη. Γιατί όταν σ’ έναν λαό στήνεται η παγίδα της θεσμοποίησης της στέρησης της ελευθερίας του και ταυτόχρονα του δίνεται, προκειμένου να παραπλανηθεί, η δυνατότητα έστω και ελάχιστης εκδήλωσης της βούλησής του, τότε η έκρηξη είναι βέβαιη. Αυτό α-κριβώς έγινε με την εξέγερση στο Πολυτεχνείο.
Αφετηρία της εξέγερσης υπήρξαν οι αντιδικτατορικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν το μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου στις 4.11.73. Στη συνέχεια έγινε η δίκη των 17 συλληφθέντων στα επεισόδια, με μάρτυρες υπεράσπισης, μεταξύ άλλων, τους Π. Κανελλόπουλο και Γ. Μαύρο. Φοιτητές διαδηλώνουν έξω από τα δικαστήρια. Θα καταδικαστούν 5, ενώ 12 θα κηρυχθούν αθώοι (8.11).
Στις 14 Νοεμβρίου φοιτητές συγκεντρώνονται στο Πολυτεχνείο. Καταλαμβάνουν το ίδρυμα και για πρώτη φορά θέτουν ανοιχτά το αίτημα της πτώσης της δικτατορίας. Επρόκειτο για μια μορφή πάλης που εξ αρχής είχε στόχο τη διάδοση των αιτημάτων και τη γενίκευση της εξέγερσης, κάτι που φαίνεται σαφώς με την πρωτοβουλία της εγκατάστασης και λειτουργίας παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού. Οι λίγες εκατοντάδες των φοιτητών που πρωτοστάτησαν στην κατάληψη αυξάνονται και πλαισιώνονται από μαθητές και εργαζόμενους, ενώ οι οικοδόμοι και οι αγρότες των Μεγάρων δίνουν κι αυτοί το αγωνιστικό παρών.
Ο σκληρός πυρήνας του καθεστώτος συνειδητοποίησε ότι το ισχυρότερο όπλο των φοιτητών ήταν η ίδια η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά της δικτατορίας. Γι’ αυτό δεν αργεί να θέσει στους φοιτητές τελεσίγραφο αποχώρησης και στη συνέχεια να προσφύγει στη βία. Τανκς και αστυνομικοί εισβάλλουν στον χώρο του Πολυτεχνείου τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου 1973. Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης και προκειμένου να αποφευχθούν δυσάρεστες για το καθεστώς ζυμώσεις τίθενται σε κατ’ οίκον περιορισμό οι επιφανείς πολιτικοί Π. Κανελλόπουλος, Γ. Μαύρος, Ι. Ζίγδης και Η. Ηλιού.
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν η κορύφωση του αντιστασιακού αγώνα εναντίον της δικτατορίας και ο αλη­θινός καταλύτης της. Με την εξέγερση αυτή το τυραννικό καθε­στώς περιήλθε σε αληθινό αδιέξοδο. Για να βγει από αυτό τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του ’73 σκληροπυρηνικοί χουντικοί αξιωματικοί απομάκρυναν τον Γ. Παπαδόπουλο από την προεδρία και κατάργησαν την κυβέρνηση Μαρκεζίνη, η οποία, βυθισμένη στην αμηχανία, είχε κυριολεκτικά «εξαερωθεί». Έτσι ο διωκτικός μηχανισμός του καθεστώτος, η ΕΣΑ και ο επικεφαλής της, ταξίαρχος Ιωαννίδης, έγιναν ο απόλυτος κυρίαρχος.
Με τις εξελίξεις αυτές, όμως, το αδιέξοδο επιδεινώθηκε. Και τότε ακριβώς για να βγει από αυτό, το καθεστώς σχεδίασε και επιχείρησε το εθνικά εγκληματικό πραξικόπημα στην Κύπρο στις 15 Ιουλίου 1974. Επρόκειτο για μία κίνηση που οδήγησε στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο πέντε ημέρες αργότερα, με τις ευλογίες των υπευθύνων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Κάτω από το βάρος αυτού του εθνικού εγκλήματος η δικτατορία κατέρρευσε.
Μπροστά στο χείλος του γκρεμού το στρατιωτικό κατεστημένο, αναλογιζόμενο τις μεγάλες εθνικές ευθύνες του, αποκολλήθηκε από τη χούντα και άνοιξε ένα ρήγμα στο σύστημα εξουσίας. Με τη σκιώδη χουντική κυβέρνηση «εξαφανισμένη», ο πρόεδρος του συστήματος αυτού στρατηγός Γκιζίκης συγκάλεσε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών για να σώσουν αυτοί, οι μέχρι τότε διωκόμενοι, την κατάσταση. Αυτό ήταν το ρήγμα μέσα από το οποίο πέρασε η εθνικά σωτήρια πολιτική λύση της «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας» του 1974, για ν’ αρχίσει η τελική φάση της απελευθέρωσης της χώ­ρας μας από τη χούντα. Έτσι έκλεισε το τραγικό αυτό κεφάλαιο της νεό­τερης ιστορίας μας.

Επισκοπώντας τα γεγονότα της εποχής διαπιστώνουμε ότι η αποτίναξη του ζυγού της δικτατορίας ήταν καρπός μιας αγωνιστικής διαδικασίας, στην ανάπτυξη της οποίας συνέβαλε η πλειονότητα του ελληνικού λαού, καθώς ποτέ δεν αποδέχτηκε το δικτατορικό καθεστώς και όταν δόθηκαν οι κατάλληλες δυνατότητες ξεπέρασε τα όποια φαινόμενα παθητικότητας και εκδήλωσε ηθική, τουλάχιστον, ή και ενεργό συμπαράσταση σε εκείνες τις δυνάμεις που ανέλαβαν την ευθύνη της άμεσης ρήξης.
Με τα δεδομένα της εποχής, η διαδικασία που οδήγησε στην απελευθέ­ρωση, αποτελεί ένα πολιτικό κατόρθωμα. Διότι έ­νας λαός άοπλος και υποδουλωμένος αντιμετώπισε και κατέλυσε μια δικτατορία πάνοπλη, που ήταν και εκφραστής των συμφερόντων μιας υπερδύνα­μης.
Σε μια εποχή αρκετά διαφορετική, στη σημερινή μας εποχή της πολλαπλής κρίσης που διέρχεται η χώρα εντός της Ενωμένης Ευρώπης και της γενικευόμενης πλέον οικονομικο-κοινωνικής παγκοσμιοποίησης με τις πολλές παρενέργειες απανταχού της γης – σ’ αυτές τις παρενέργειες ανήκουν κατ’ εξοχήν η εξελισσόμενη προσφυγική κρίση και οι ασύμμετρες τρομοκρατικές απειλές που συγκλονίζουν την Ευρώπη – το αγωνιστικό φρόνημα των νέων εκείνης της εποχής μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων και την διεξαγωγή νέων αγώνων που φαίνεται πως πλησιάζουν στον ορίζοντα.
Αν το Πολυτεχνείο του 1973, 42 χρόνια μετά, έχει πλέον περάσει στη σφαίρα ενός μύθου συστατικού της σύγχρονης δημοκρατικής μας ταυτότητας, ο μύθος αυτός δεν επιτρέπεται να αποτελεί πηγή πλάνης και νάρκωσης. Στο χέρι μας είναι να τον νοηματοδοτούμε θετικά, να βλέπουμε, όπως λέει ο Ανδρέας Κάλβος και όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, πως «ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας». Και σε κάθε περίπτωση, όπως πάλι έγραψε ο Ανδρέας Κάλβος και τραγουδούσαν πλήθη ενθουσιωδών πολιτών στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, το διαχρονικό μήνυμα δεν είναι άλλο από το περίφημο:
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία
                                                                                                  Σας ευχαριστώ



Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Ο ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Χαρακτηριστικό της ελληνικής Αριστεράς επί χρόνια είναι η αμυντική στάση, ο αγώνας για διατήρηση του υπάρχοντος και για επιστροφή σε κάποιο καλύτερο ή πάντως προτιμότερο παρελθόν.

Απέναντι σε επιθέσεις που στοχεύουν στην αφαίρεση στοιχειωδών δικαιωμάτων και στην αναίρεση κατακτήσεων των εργαζομένων, μια τέτοια στάση είναι λογικό να προκύπτει ως αυθόρμητη αντίδραση. Όταν όμως δεν συνοδεύεται και από προτάσεις και ιδέες για τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής κοινωνίας, ή έστω για επιθυμητές μεταρρυθμίσεις εντός της υπάρχουσας κοινωνίας, τότε είναι αναπόφευκτο να δίνει τροφή σε επιθέσεις από τη μεριά των ιδεολόγων που πρεσβεύουν την κυριαρχία της αστικής τάξης και των αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων. Ο τόνος και το ύφος τέτοιων επιθέσεων συνοψίζονται περίπου στην ιδέα ότι το μόνο που έχει ουσιαστικά να πει η Αριστερά είναι ότι πρέπει να διατηρηθούν καταστάσεις που βολεύουν την εκλογική πελατεία της, ενεργή η δυνητική, και που από την άλλη αποδεικνύονται τροχοπέδη για τη συνολική πορεία και ευημερία της κοινωνίας, άρα και για τα συμφέροντα των ίδιων των τάξεων και στρωμάτων που υποτίθεται ότι εκφράζει. Η Αριστερά της υπεράσπισης των κεκτημένων είναι η λαϊκιστική Αριστερά, με άλλα λόγια.

Τέτοιες μομφές τις ξέρει η Αριστερά και έχει απαντήσει πολλές φορές, ωστόσο δεν νομίζω ότι οι απαντήσεις φτάνουν συνήθως στην καρδιά του προβλήματος. Πώς είναι δυνατό να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Με συγκεκριμένα επιχειρήματα για τα εξής επιμέρους ζητήματα:
α. τα "κεκτημένα" δεν είναι προνόμια βολεμένων και όπου έχουν εξελιχθεί με αυτόν τον τρόπο θα επανεξεταστούν, και όχι μόνο στα λόγια,
β. η διατήρηση - γιατί όχι και η διεύρυνση και η εμβάθυνση τους - υπαγορεύεται και από οικονομικούς νόμους και νομοτέλειες, είναι προς όφελος της κοινωνίας στο σύνολό της ΕΝΤΟΣ του εκάστοτε δεδομένου και διαμορφωμένου παγκόσμιου συσχετισμού πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων,
γ. τα "κεκτημένα" αποτελούν στην πραγματικότητα υλοποίηση θεμελιωδών επαγγελιών του Διαφωτισμού και των μεγάλων Επαναστάσεων, της πανευρωπαϊκής και παγκόσμιας πολιτικής και πολιτισμικής κληρονομιάς,
δ. αν η διατήρηση των "κεκτημένων" συνεπάγεται περισσότερες ζημίες για το σύνολο της κοινωνίας παρά ωφέλειες, τότε πρέπει πράγματι να ανοίξει εντός της κοινωνίας ο διάλογος για ουσιαστικές, και όχι ψευδεπίγραφες, μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις επώδυνες ίσως, πάντα όμως με δημοκρατικότητα, δικαιοσύνη και πειστική προοπτική.

Γύρω από τέτοια ζητήματα, από την άλλη, πολλές φορές εκδηλώνονται διαφωνίες και ρήξεις, ακόμη και όταν απουσιάζει ο συγκεκριμένος και τεκμηριωμένος λόγος από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Πρόκειται για χαρακτηριστικό της αριστερής κουλτούρας, με το οποίο δυστυχώς έχουμε μάθει και οι ίδιοι οι αριστεροί να συμβιώνουμε. Απότοκος τέτοιων καταστάσεων είναι και η διάσπαση που ζούμε αυτές τις μέρες και η οποία, καθώς είναι ευνόητο, δεν είναι (μόνον) εσωτερική υπόθεση των πρωταγωνιστών της.

Κατά την άποψή μου η ύπαρξη δυνάμεων ικανών να απορροφήσουν εκλογικά δυσαρεστημένους πολίτες (το αν μέχρι τις επερχόμενες εκλογές θα έχουν προλάβει οι πολίτες να δυσαρεστηθούν από το τρίτο και "αριστερό" μνημόνιο, δεν είναι πάντως απολύτως βέβαιο) προκειμένου αυτοί να μην σπεύσουν να καταφύγουν στην απεχθή αγκαλιά της "Χρυσής Αυγής", είναι χρήσιμη και ευκταία. Αν οι δυνάμεις που θα εισπράξουν δικαιολογημένη λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση είναι μάλιστα αριστερές και όχι φερ' ειπείν συστημικές αστικοφιλελεύθερες, τόσο το καλύτερο. Το να θεωρείται, όμως, μια τέτοια (τακτική) στάση η μόνη γνήσια αριστερή σε αντίθεση προς την "προδοσία" της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, είναι - και πρέπει να το πούμε αυτό - απλώς και μόνο μια επιφανειακή και υποκειμενική βεβαιότητα που τροφοδοτείται από την καθ' έξιν απομάκρυνση από το παρελθόν του σοσιαλιστικού κινήματος και, επίσης, της μαρξικής παράδοσης.

Ιδίως στη δίσεκτη και δυσανάγνωστη εποχή μας είναι σημαντική, μεταξύ άλλων, και η προσεκτική κι επισταμένη ανάγνωση των κειμένων του Μαρξ. Αν μια τέτοια ανάγνωση βοηθήσει τους οπαδούς και θιασώτες της αστικής νομιμότητας να ανακαλύψουν την πάλη των τάξεων πίσω από κυρίαρχα ιδεολογήματα και προπαγάνδες, έχει καλώς. Πολύ μεγάλο, όμως, θα είναι το όφελος και για ανθρώπους γαλουχημένους και δοκιμασμένους στην Αριστερά που έχουν ανάγκη για διαρκή έλεγχο, αυτοέλεγχο και επανέλεγχο του προσανατολισμού τους, ιδίως όταν οι εποχές και οι περιστάσεις μοιάζουν και είναι πρωτόγνωρες.

Η προβολή της επιστροφής στη δραχμή ως στρατηγικού στόχου στις μέρες μας είναι χαρακτηριστικό δείγμα - μακάρι να ήταν κορυφαίο και τελευταίο - της τάσης, ενδημικής στη σύγχρονη ελληνική Αριστερά, που ευαγγελίζεται και επαγγέλλεται τη λύση των σημερινών προβλημάτων και την απαλλαγή από τα σημερινά δεινά στη βάση μιας αμυντικής λογικής, μέσω της επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Και πρόκειται για τάση που χαρακτηρίζει μεγάλα τμήματα των επιμέρους αριστερών χώρων, τώρα όμως βλέπουμε ότι είχε ιδιαίτερη απήχηση και εντός του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς από τους κόλπους του μέχρι τούδε ενιαίου κυβερνώντος κόμματος αποσπώνται δυνάμεις, φορείς και πρόσωπα.

Επί της ουσίας, το πολιτικό, θεωρητικό και ιδεολογικό στίγμα του προγράμματος της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα στο όνομα αριστερών στόχων και ιδεωδών, αντιστοιχεί - σε μεγάλο βαθμό και τηρουμένων των αναλογιών - σε αυτό που οι Μαρξ και Ένγκελς στο "Κομμουνιστικό Μανιφέστο" αποκαλούσαν "μικροαστικό σοσιαλισμό." Ας δούμε, λοιπόν, συγκεκριμένα τι έλεγαν σχετικά οι "κλασικοί":

"Ο σοσιαλισμός αυτός ανέλυσε λεπτομερώς και με πολύ μεγάλη οξύνοια τις αντιφάσεις που υπάρχουν στις σύγχρονες σχέσεις παραγωγής. Ξεσκέπασε τις υποκριτικές ωραιοποιήσεις των οικονομολόγων. Απέδειξε με αδιάψευστο τρόπο τα καταστροφικά αποτελέσματα των μηχανών και του καταμερισμού της εργασίας, τη συγκέντρωση των κεφαλαίων και της γαιοκτησίας, την υπερπαραγωγή, τις κρίσεις, τον αναγκαστικό αφανισμό των μικροαστών και αγροτών, την αθλιότητα του προλεταριάτου, την αναρχία στην παραγωγή, την κραυγαλέα δυσαναλογία στη διανομή του πλούτου, τον εξοντωτικό βιομηχανικό πόλεμο ανάμεσα στα έθνη, τη διάλυση των παλαιών ηθών, των παλαιών οικογενειακών σχέσεων, των παλαιών εθνοτήτων.

Ωστόσο, ως προς το θετικό του περιεχόμενο, ο σοσιαλισμός αυτός θέλει είτε ν' αποκαταστήσει τα παλιά μέσα παραγωγής και ανταλλαγής και μαζί τους τις παλαιές σχέσεις ιδιοκτησίας και την παλαιά κοινωνία, είτε να εγκλωβίσει ξανά με τη βία τα σύγχρονα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής στο πλαίσιο των παλαιών σχέσεων ιδιοκτησίας, που είχαν ανατιναχτεί και που δεν μπορούσαν παρά ν' ανατιναχτούν απ' αυτά τα ίδια τα σύγχρονα μέσα παραγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις, ο σοσιαλισμός αυτός είναι ταυτόχρονα και αντιδραστικός και ουτοπικός (reaktionär und utopisch zugleich).

Συντεχνιακό καθεστώς στη μανιφακτούρα και πατριαρχική οικονομία στην ύπαιθρο, αυτή είναι η τελευταία του λέξη.

Στην παραπέρα εξέλιξή της η τάση αυτή κατάντησε μια δειλή θρηνωδία (in einen feigen Katzenjammer)".

(Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", μετάφραση από τον ιστότοπο http://www.antitetradia.gr/portal/images/klasika_keimena/to_manifesto_tou_kommounistikou_kommatosmarx-engels.pdf, ελεγμένη και διορθωμένη από τον υπογράφοντα σύμφωνα με το γερμανικό πρωτότυπο, όπως αυτό παρατίθεται στη σύγχρονη έκδοση: K. Marx-F. Engels, Das kommunistische Manifest. Eine moderne Edition, Εισαγωγή E. Hobsbawm, Argument Verlag, Αμβούργο-Βερολίνο 1999, σ. 75).

Όλοι οι μη προνομιούχοι της κοινωνίας, απεχθανόμαστε τα μνημόνια. Όμως η πρόταξη και υποστήριξη λύσεων που επί της ουσίας προϋποθέτουν ανάσχεση της γενικής πορείας της καπιταλιστικής οικονομίας - και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία πλέον ζούμε, μετά το ιστορικό διάλειμμα του "υπαρκτού", τον καπιταλισμό στην καθαρή μορφή του - δεν νομίζω ότι συμβαδίζουν με το σκεπτικό του Μαρξ και όσων τον κατανόησαν και τον ακολούθησαν. Φυσικά κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι "μαρξιστής" - εξ άλλου κι ο ίδιος ο Μαρξ ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι σε τέτοιους τίτλους· ας αναλογιστούμε μονάχα εάν η αμφισβήτηση είναι πιο ισχυρή και πιο γοητευτική όταν συνδυάζει ρεαλισμό, διορατικότητα και συγκεκριμένο όραμα. Το συγκεκριμένο όραμα του Μαρξ το 1848 ήταν η επικείμενη επαναστατική ανατροπή. Το δικό μας δεν μπορεί παρά να είναι μια παραλλαγή του γκραμσιανού "πολέμου θέσεων". Όχι, όμως, επειδή αυτός ο πόλεμος είναι κατ' ανάγκη δύσκολος κι επίπονος να καταφεύγουμε σε λύσεις "εύκολες" μεν, από την άλλη όμως θεωρητικά προβληματικές και ανιστόρητες.

Να διαβάζουμε και λίγο Μαρξ σύντροφοι, θα λέγαμε αν θέλαμε να "προβοκάρουμε". Η διάθεση χρόνου σε ουσιαστικές μελέτες, καθώς και η μόνιμη επιδίωξη για δημιουργική και κριτική ανάγνωση, είναι, πέρα από πρόσκαιρες εντυπώσεις και συναισθηματισμούς, οι αληθινές προκλήσεις για όλους μας. 

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ (11 ΘΕΣΕΙΣ)


Επειδή τούτες τις πολύ δύσκολες μέρες τα πνεύματα οξύνονται και οι φιλίες δοκιμάζονται, ενώ ο χιουμοριστικός σχολιασμός των γεγονότων είναι μεν μια ανακουφιστική διέξοδος που όμως μπορεί πολύ εύκολα να επισύρει τη μομφή της έλλειψης σοβαρότητας, προτείνω να δούμε τα πράγματα νηφάλια, όχι με αφηρημένα συμφιλιωτικά κηρύγματα, αλλά όσο γίνεται πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την "ενεργό αλήθεια των πραγμάτων" (verità effettuale delle cose), όπως την ανέδειξε ο Νικολό Μακιαβέλλι.


1. Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και πέντε-έξι τουλάχιστον χρόνια.

2. Τα σπέρματα αυτής της πτωτικής πορείας βρίσκονται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίον οικοδομήθηκε η ευημερία των ετών μετά την είσοδό μας στο ευρώ. Επρόκειτο για ευημερία που αποδεικνύεται θνησιγενής και επίπλαστη.

3. Διαφορετικό βαθμό και είδος ευθύνης γι' αυτήν την πορεία φέρουν ΚΑΙ όσοι διακυβέρνησαν τη χώρα όλα αυτά τα χρόνια (της σημερινής κυβέρνησης μη εξαιρουμένης), ΚΑΙ όσοι ("απλοί" άνθρωποι) αναδείκνυαν τις ηγεσίες της χώρας με κριτήρια έωλα ΚΑΙ όσοι υπεύθυνοι ηγέτες και παράγοντες άλλων χωρών έβλεπαν πόσο σαθρή ήταν η οικονομική πορεία της Ελλάδας και άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, πλην όμως σιωπούσαν για διάφορους λόγους, ιδιοτελείς και μη.

4. Από μια πορεία κατάρρευσης δεν ξεφεύγεις με τρόπους θαυματουργούς. ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ λύση θα είναι επώδυνη και προβληματική, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

5. Οι δυνατές λύσεις γίνονται ακόμη περισσότερο προβληματικές στον βαθμό που δεν βλέπουμε να υπάρχει ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον και ένα κατάλληλο και επαρκές εγχώριο πολιτικό προσωπικό για τη διαχείριση δύσκολων και κρίσιμων καταστάσεων. Έχω μιλήσει σε γενικές γραμμές γι' αυτό το ΤΕΡΑΣΤΙΟ πρόβλημα και έχω προειδοποιήσει να μην έχουμε αυταπάτες (κραυγαλέες τουλάχιστον) ήδη από τον Μάιο του 2014, πριν από τις τελευταίες ευρωεκλογές:

6. Ένα βασικό κριτήριο για να γίνει αποδεκτή και υλοποιήσιμη μια επώδυνη λύση είναι να συνδέεται με βάσιμες ΕΛΠΙΔΕΣ και χειροπιαστές ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ.

7. Ένα άλλο κριτήριο είναι η εμπέδωση ενός γενικευμένου αισθήματος ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: ναι, τα πράγματα δεν είναι ευχάριστα, αλλά τουλάχιστον συνεισφέρουν στα βάρη και υφίστανται απώλειες, δυστυχώς, ΟΛΟΙ ανάλογα με τις δυνατότητές τους (συνταγματική επιταγή).

8. Πόσο εύκολο για μια κυβέρνηση είναι να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά υπό τόσο δύσκολες συνθήκες; Καθόλου και (θα έπρεπε να) το ξέρουμε.

9. Κατά πόσο είναι υγιές κριτήριο αποτίμησης του έργου της κυβέρνησης διάφορες θεωρίες συνωμοσίας; Καθόλου, στον βαθμό που αυτές οι θεωρίες δεν αποδεικνύονται ακλόνητα και τελεσίδικα. Το ίδιο ισχύει και για αντίστοιχες θεωρίες που στρέφονταν κατά των προηγούμενων κυβερνήσεων.

10. Μπορούμε να προσβλέπουμε σε μια ομαλοποίηση της κατάστασης που θα περιλαμβάνει και εξάλειψη κοινωνικών διαφορών και ανισοτήτων; Η απάντηση είναι ΟΧΙ. Η πάλη των τάξεων "ζει και βασιλεύει" ακόμη και σε καιρούς οικονομικής νηνεμίας και ευημερίας (αν υποθέσουμε ότι θα τους ξαναζήσουμε...) και καλώ όλους τους φίλους (μαζί και μένα τον ίδιον) να εγκύψουμε ξανά στα σχετικά γραπτά του Καρόλου από τους Τρεβήρους της Ρηνανίας-Παλατινάτου.
ΟΧΙ για λόγους κομματικού ή ιδεολογικού πατριωτισμού (ή μίσους), αλλά για λόγους εξοπλισμού μας με τα κατάλληλα διανοητικά εργαλεία. Σε συνδυασμό με την πάλη των τάξεων, βέβαια, καθοριστικό ρόλο παίζει πάντα και ο αγώνας για εξουσία, με την ευρεία έννοια.


11. Και επειδή, όπως κι ο Κάρολος, φτάσαμε αισίως στην 11η θέση:
Οι φιλόσοφοι έχουν ερμηνεύσει τον κόσμο ΟΧΙ άπαξ δια παντός, αλλά με τρόπους που πάντα είναι αναγκαίο να τους κατανοούμε σύμφωνα με τις ανάγκες και το πνεύμα της δικής μας εποχής. Με δεδομένα τα σημερινά μας (όχι μόνον ελληνικά) προβλήματα καλό θα ήταν πλην του Καρόλου να συμβουλευθούμε, μεταξύ άλλων, και τους Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι (κυρίως τις "Διατριβές"), Έγελο (κυρίως τις αναλύσεις περί "αστικής κοινωνίας"), Ρόζα Λούξεμπουργκ (περί "λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης"), Κορνήλιο Καστοριάδη και Παναγιώτη Κονδύλη.

ΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΛΛΑ, ΑΣ ΜΗΝ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΝΑ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΝΗΦΑΛΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΗΣ «ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ»

Είναι προφανές ότι μιλώντας για προθέσεις παραπέμπουμε στη γνωστή, πλην αγνώστου πατρότητας, φράση ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Λιγότερο εμφανές είναι ίσως ότι διακινδυνεύουμε πρόβλεψη για επερχόμενες εξελίξεις και προσαρμόζουμε ανάλογα τον σχολιασμό μας (έστω και σε ένα διακριτικό μίνιμουμ, τοποθετώντας τη λέξη συμφωνία εντός εισαγωγικών). Και ναι μεν με τις προβλέψεις πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, όπως μας δίδαξαν κάποτε ο Αριστοτέλης κι ο Έγελος και με τον σχολιασμό προσεκτικοί, αν θέλουμε να είμαστε εύστοχοι, όμως στην παρούσα φάση κανείς, σχεδόν, δεν θα πει ότι είμαστε παράτολμοι κι απρόσεκτοι.

Αν θυμηθούμε από πού ξεκίνησε η πορεία της τωρινής κυβερνητικής παράταξης προς την εξουσία, θα αναρωτηθούμε ίσως, παραφράζοντας τον Ελύτη, για πότε «πέρασαν εποχές ολόκληρες μέσα σε λίγα χρόνια». Πόσες διακηρύξεις και στόχοι που «ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτιά μας» εισήλθαν στη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου, πόσοι πύρινοι λόγοι καταδίκης ενός αμαρτωλού, όντως, συστήματος εκφωνήθηκαν και πόση ελπίδα για κλονισμό της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας διαχύθηκε όχι μόνο στη χώρα αλλά και ανά την Ευρώπη μετά την «ανοιξιάτικη» εκείνη νύχτα της 25ης Ιανουαρίου 2015.

Η απάντηση, βέβαια, στη διάχυση της ελπίδας δεν άργησε να έρθει και ήταν αναμενόμενο να πάρει τη μορφή της κινδυνολογίας, της καταστροφολογίας και των αφόρητων πιέσεων που ασκούνταν έξωθεν και έσωθεν. Πολλοί μεταξύ των πολιτικοποιημένων και σκεπτόμενων πολιτών της χώρας πίστευαν ότι η μη επίτευξη συμφωνίας και η δυναμική ρήξη με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της Ευρώπης δεν συνέφερε καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές και ότι τα πράγματα μοιραία θα έφταναν ξανά σε μια ομαλοποίηση, έστω και υπό νέους όρους, διαφορετικούς από εκείνους που είχαν επιβληθεί ή υιοθετηθεί τα πέντε προηγούμενα χρόνια. Όμως η ειδησεογραφία και η ρητορική των προσώπων που χειρίζονταν (και χειρίζονται) το όλο ζήτημα συχνά δεν επιβεβαίωναν την (κατά τ΄ άλλα λογική και μετρημένη) υπόθεση εργασίας. Όλα έμοιαζαν ανοιχτά κι αβέβαια και μια τέτοια εκτίμηση σε γνωστικό επίπεδο μπορεί να προκαλεί δυσφορία και αγωνία, αν μεταφραστεί όμως σε οικονομικούς όρους σημαίνει επίσης εκροές καταθέσεων, απώλειες προσωπικής περιουσίας και, το χείριστο όλων, και θέσεων εργασίας.

Η υπονομευτική αυτή αβεβαιότητα οδεύει προς το (προσωρινό, ασφαλώς) τέλος της. Και δεν το λέμε αυτό μόνον επειδή οι οικονομικές συνθήκες δεν επιτρέπουν περαιτέρω παράταση, αλλά κυρίως επειδή η κυβέρνηση έχει προχωρήσει πλέον σε ορισμένες κινήσεις που δείχνουν εύγλωττα τι την ενδιαφέρει περισσότερο. Τώρα πια έχουμε ανά χείρας τα δεδομένα που παραπέμπουν, εμμέσως πλην σαφώς, στην πρόθεση να συνεχίσει την ετεροβαρή σχέση της (εξ ου και τα εισαγωγικά στη λέξη συμφωνία) με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές δυνάμεις και πολιτικές. Σ’ αυτά τα δεδομένα δεν συγκαταλέγονται, απαραίτητα, μόνο κάποιες σχετικές δηλώσεις, ψηφοφορίες και δημοσιεύματα, αλλά – πολύ περισσότερο κατά τη γνώμη μας – κάποιες επιλογές προσώπων σε δημόσιες θέσεις, για τις οποίες θα έλεγε κανείς ότι μετρούν πολύ περισσότερο από τα όποια λόγια.

Αν όμως η τωρινή πρόθεση συμβιβασμού – όποιο επίθετο κι αν του προσδώσεις συμβιβασμός θα είναι – έρχεται σε σύγκρουση με προθέσεις που διακηρύχθηκαν παλαιότερα, τότε ευλόγως εγείρεται το ερώτημα τι αξία θα διατηρήσουν οι παλιές διακηρύξεις σε συνθήκες «προσαρμογής στην πραγματικότητα», όπως βεβαίως η τελευταία έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια από τις κυρίαρχες ανά την Ευρώπη πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Αυτό θα είναι το ερώτημα που θα μας απασχολήσει το προσεχές διάστημα και πρέπει να είμαστε όσο περισσότερο νηφάλιοι γίνεται. Ας αποφύγουμε απόλυτες κρίσεις κι ας μιλήσουμε όσο γίνεται πιο συγκεκριμένα. Και τούτο διότι καλό είναι να μην ανήκει κανείς στις κατηγορίες εκείνες των συμπολιτών μας που προσφεύγουν εύκολα σε γενικευτικές και αφοριστικές κρίσεις: αφ’ ενός δηλαδή σε εκείνους που συνηθίζουν να επενδύουν υπερβολικές ελπίδες σε όποιο πολιτικό σχήμα φανεί πιο ελκυστικό πλειοδοτώντας σε υποσχέσεις (οι περίφημοι «πάντα ευκολόπιστοι και πάντα προδομένοι») και αφ’ ετέρου σε εκείνους – κι αυτοί είναι εξ ορισμού καταδικαστέοι – που πολεμούν λυσσαλέα οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στον βαθμό που αυτή δεν εξυπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα, είτε των ιδίων, είτε εκείνων από τους οποίους οι ίδιοι (θεωρούν ότι) είναι εξαρτημένοι. Δεν θα πρέπει να διστάσουμε να επισημάνουμε το θετικό ακόμη και στα επιμέρους (αν ένα τέτοιο ζήτημα είναι για παράδειγμα η θριαμβευτική επάνοδος των καθαριστριών στην εργασία τους), δεν θα πρέπει από την άλλη να αποφύγουμε τη συνολική θεώρηση των πραγμάτων, συγκρίνοντας το σημείο εκκίνησης και το σημείο κατάληξης της νέας διαδρομής της χώρας.

Γεγονός είναι ότι η χώρα μετά από πολλά χρόνια αποτυχημένης διακυβέρνησης έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό της να διεκδικήσει έμπρακτα την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Στη δημοκρατία τέτοιες κινήσεις είναι όχι απλώς επιθυμητές αλλά και αναγκαίες και ο ουσιαστικός απολογισμός θα γίνει, ασφαλώς, σε βάθος χρόνου, όπως πάλι μας δίδαξαν ο Αριστοτέλης, ο Έγελος και άλλοι σημαντικοί στοχαστές. Εκείνο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα από την τωρινή κυβέρνηση – αλλά και την όποια μελλοντική, ασφαλώς – είναι πως στην Ελλάδα, μια χώρα στην περιφέρεια της Ευρώπης, οι γενικότερες συνθήκες ζωής ασφαλώς είναι καλύτερες από εκείνες που επικρατούν σε γειτονικές ηπείρους και, επιπλέον, όχι καθοριστικά χειρότερες από εκείνες που παρέχουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες τους οι μεγάλες και αναπτυγμένες χώρες. Τα αγαθά που κυρίως λείπουν από τις προθήκες της σημερινής πολιτισμικής πραγματικότητας είναι, όμως, άυλα και ως εκ τούτου περισσότερο ευπαθή και είναι αυτά που περισσότερο τα έχουν ανάγκη οι νέοι: ελπίδα (δεν είναι μονάχα προεκλογικό σύνθημα), ασφάλεια, προοπτικές.


Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015


ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

(ΜΕ ΔΙΑΙΤΗΤΗ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ...)


Στην ηλεκτρονική έκδοση της Frankfurter Allgemeine Zeitung δημοσιεύτηκε στις 28.02.2015 άρθρο του Christian Geinitz (οικονομικού ανταποκριτή της εφημερίδας στην Ανατολική Ευρώπη) με τίτλο "Osteuropa grollt den Griechen" ("Η Ανατολική Ευρώπη είναι θυμωμένη με τους Έλληνες").

Στο άρθρο, παρουσιάζεται με στοιχεία ένα από τα γνωστά επιχειρήματα, με τα οποία επιχειρείται να υπονομευθεί η διαπραγματευτική θέση της ελληνικής κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση:
Ζητάτε πακέτα χρηματοδοτικής στήριξης προκειμένου να διορθωθούν σφάλματα για τα οποία εσείς και μόνο είστε οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι, καθώς επί τόσα χρόνια ζούσατε πλουσιοπάροχα και πέρα από όσο σας επέτρεπαν οι πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας σας. Μάλιστα έχετε το θράσος να ζητάτε στήριξη από χώρες που έχουν χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο από το δικό σας, δηλαδή από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες μάλιστα όλα αυτά τα χρόνια κατάφεραν να βελτιώσουν τη θέση τους κάνοντας "μεταρρυθμίσεις" με θυσίες.

Το άρθρο μπορείτε να το παρακολουθήσετε εδώ. Ο Έλληνας αναγνώστης απορεί, νομίζω, με την προέλευση και την αξιοπιστία των "αντικειμενικών" στοιχείων (ας ανοίξει όποιος αρμόδιος νομίζει κουβέντα για τη δουλειά της Eurostat κι ας αρχίσει κάποια στιγμή να κάνει λόγο για European Statistics...). Ο κατώτερος μισθός της Ελλάδας τοποθετείται στο ύψος των 764 ευρώ σε συσχετισμό με την αγοραστική δύναμη, ενώ είναι γνωστό ότι ακόμη και προ μνημονίων βρισκόταν στα 751 και ότι η ακρίβεια, όπως ομολογείται σε άλλο σημείο του άρθρου, είναι μεγαλύτερη από ό,τι στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν συνυπολογίζονται καθόλου οι παράγοντες της ανεργίας και της αστρονομικής φορολογίας. Ακόμη όμως κι αν όλα τα άλλα αλήθευαν, κάθε αναγνώστης βλέπει ότι η καμπύλη της μείωσης του ετήσιου κατά κεφαλήν εισοδήματος είναι απότομα καθοδική τα χρόνια της κρίσης (ενώ σε όλες τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες είναι λίγο ή πολύ ανοδική), κάτι που σημαίνει ότι το σοκ για τον Έλληνα στο παρόν είναι συγκριτικά πολύ μεγαλύτερο.

Σε τελευταία ανάλυση, αν κάποιος αμφέβαλε όλα τα προηγούμενα χρόνια ότι για πολλούς ισχυρούς κύκλους του ευρωπαϊκού και του διεθνούς οικονομικού κατεστημένου η φυσιολογική θέση της Ελλάδας είναι στην "καθυστερημένη" Ανατολική Ευρώπη, αυτό το άρθρο έμμεσα τον προσγειώνει στην πραγματικότητα.

Το σχόλιό μου στο φόρουμ αναγνωστών της εφημερίδας (μέγιστη επιτρεπόμενη έκταση: 1000 χαρακτήρες) έχει ως εξής:

"Einseitige Darstellung

der Ursachen der heutigen Situation. Problem Nr. 1: was heute mit den Griechen passiert, ist kein Vergehen einiger Schmarotzer "da unten" (und wenn ja, dann nur in dem Sinne, dass das Land von einer parasitären und mit dem Staat verflochtenen politischen-medialen-pseudowirtschaftlichen Oligarchie jahrzehntelang heimgesucht wurde), sondern nur ein regionaler Aspekt einer im Grunde globalen Finanzkrise, die durch die Entfesselung der Finanzspekulationen seit den Null Jahren mit Notwendigkeit ausgelöst wurde.
Hinzu kommen schwerwiegende Konstruktionsfehler beim institutionellen Aufbau der Währungsunion: Hellas macht nur allzu deutlich, was den europäischen Ländern aus dem fehlenden Gleichgewicht ihrer Wirtschafts- und Finanzpolitik langfristig droht.
Und was nun? Ohne gemeinsame Anstrengungen (nicht nur) der gesamten EU gegen das gegenwärtige supranationale Regime des Finanzkapitals besteht keine begründete und tragfähige Hoffnung auf eine bessere Zukunft. Alles andere ist Nebensache."

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

"Μονόπλευρη παρουσίαση

των αιτιών της σημερινής κατάστασης. Το υπ' αριθμόν 1 πρόβλημα είναι το εξής: Αυτό που συμβαίνει σήμερα με τους Έλληνες, δεν είναι το αμάρτημα κάποιων χαραμοφάηδων "εκεί κάτω" (κι ακόμη δεχτούμε κάτι τέτοιο, μόνο με την έννοια ότι η χώρα επί σειρά δεκαετιών λεηλατήθηκε από μια πολιτική-μιντιακή-ψευδοοικονομική ολιγαρχία, διαπλεκόμενη με το κράτος), αλλά μονάχα μια περιφερειακή όψη μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που επί της ουσίας είναι οικουμενική και με αναγκαιότητα προκλήθηκε από την κατάργηση κάθε περιορισμού στις κερδοσκοπικές συναλλαγές την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα.
Επιπρόσθετα παίζουν ρόλο βαρύνουσας σημασίας θεσμικά ατοπήματα στην οικοδόμηση της [Ευρωπαϊκής] Νομισματικής Ένωσης. Η Ελλάς απλώς και μόνο καθιστά έκδηλο αυτό που μακροπρόθεσμα απειλεί τις ευρωπαϊκές χώρες εξ αιτίας της έλλειψης ισορροπίας μεταξύ των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών τους πολιτικών.
Και τώρα τι γίνεται; Χωρίς κοινές προσπάθειες όλης της Ε.Ε. (και όχι μόνο) κατά του σύγχρονου υπερεθνικού καθεστώτος κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή και διαρκής ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύουσας σημασίας."